zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Woordleer / Werkwoorden    
direct naar: Grammatica    Morfologie    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
indeling 1e vervoeging 2e vervoeging deelwoord volt.tijd augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
A-grp B-grp E-grp G-grp N-grp T-grp Z-grp 2A1-grp 2A2-grp 2A/B-grp 2B-grp 2C-grp 2D-grp O-grp
Grammatica//MorfWerw/MorfWerw2Ngrp


Werkwoorden N-groep


De N-groep bestaat uit de werkwoorden van de 1e vervoeging waarvan de stam op een ν eindigt.
Emigranten:
- twee werkwoorden uit de N-groep worden volgens de G-groep verbogen (μαλώνω en μουλώνω)
- één werkwoord uit de N-groep wordt volgens de Z-groep verbogen (βάνω).

De tweede stam actief wordt gevormd door toevoeging van een σ aan de stam. Dit leidt tot uitgangen: -σ, -ξ.

De tweede stam passief wordt gevormd door toevoeging van een θ aan de 2e stam actief.
Dit leidt tot uitgang -θ, -νθ, -στ, -φθ en -λθ.
Sommige werkwoorden hebben een tweede stam passief zonder θ of τ. In een enkel geval gaat dat gepaard met klinkerwijziging.

Sommige werkwoorden hebben een afwijkende vorming van de 2e stam actief (bv διανέμω, μένω). Deze afwijkingen zijn onderstreept.

De volgende subgroepen worden onderscheiden.

 


 

uitgang
op
        aant
1180
μ - επικρέμαμαι
- - - - dreigen 2
μ τρέμω
- - - - - beven 1
μ διανέμω
διανέμομαι διανείμω διένειμα διανεμηθώ διανεμήθηκα verdelen 5
μ συνδράμω *)
- συνδράμω
συντρέξω
συνέδραμα
συνέτρεξα
- - bijstaan 2
μν τέμνω
τέμνομαι - - - - snijden 3
μν αποκάμνω
- αποκάμω
αποκάνω
απόκαμα
απόκανα
- - afronden 1
αν πιάνω
πιάνομαι πιάσω έπιασα πιαστώ πιάστηκα nemen 8
αν χάνω
χάνομαι χάσω έχασα χαθώ χάθηκα verliezen 8
αν αυξάνω
αυξάνομαι αυξήσω αύξησα αυξηθώ αυξήθηκα vermeerderen 5
αιν αναπαρισταίνω
-ισταίνομαι -αστήσω -άστησα
-έστησα
-σταθώ -στάθηκα reconstrueren 1
αν απολαμβάνω
- απολαύσω απόλαυσα - - zich verheugen 1
αν κάνω
- κάνω έκανα - - doen 6
αν επιτυγχάνω
επιτυγχάνομαι επιτύχω πέτυχα επιτευχθώ επιτεύχθηκα verwezenlijken 3
αν καταλαμβάνω
καταλαμβάνομαι καταλάβω κατέλαβα καταληφθώ καταλήφθηκα bezetten 20
αν παριστάνω
παριστάνομαι παραστήσω παρέστησα
παράστησα
παρασταθώ παραστάθηκα uitbeelden 3
αν - αισθάνομαι
- - αισθανθώ αισθάνθηκα voelen 5
Emigrant naar              
Z-grp βάνω
- βάλω έβαλα βαλθώ βάλθηκα zetten 1
αυν απελαύνω
απελαύνομαι απελάσω απέλασα
απήλασα
απελαθώ απελάθηκα uitzetten 3
εν δένω
δένομαι δέσω έδεσα δεθώ δέθηκα binden 13
εν μένω
- μείνω έμεινα - - blijven 12
εν πλένω
πλένομαι πλύνω έπλυνα πλυθώ πλύθηκα wassen 3
ειν κλείνω
κλείνομαι κλείσω έκλεισα κλειστώ κλείστηκα sluiten 4
ειν προτείνω
προτείνομαι προτείνω πρότεινα προταθώ προτάθηκα voorstellen 15
ην ψήνω
ψήνομαι ψήσω έψησα ψηθώ ψήθηκα braden 10
ην αφήνω
αφήνομαι αφήσω άφησα αφεθώ αφέθηκα nalaten 1
ην σβήνω
σβήνομαι σβήσω έσβησα σβηστώ σβήστηκα doven 6
ιν κρίνω
κρίνομαι κρίνω έκρινα κριθώ κρίθηκα oordelen 22
ιν πίνω
πίνομαι πιω ήπια - - drinken 5
ιν δίνω
δίνομαι δώσω έδωσα δοθώ δόθηκα geven 10
ιν - γίνομαι
- - γίνω έγινα worden 6
υν ντύνω
ντύνομαι ντύσω έντυσα ντυθώ ντύθηκα aankleden 8
υν ξύνω
ξύνομαι ξύσω έξυσα ξυθώ ξύθηκα krabben 2
υν μολύνω
μολύνομαι μολύνω μόλυνα μολυνθώ μολύνθηκα vervuilen 53
ων πληρώνω
πληρώνομαι πληρώσω πλήρωσα πληρωθώ πληρώθηκα betalen 718
ων ζώνω
ζώνομαι ζώσω έζωσα ζωστώ ζώστηκα omgorden 1
  Emigrant naar            
G-grp μαζώνω
μαζώνομαι μαζώξω μάζωξα μαζωχτώ μαζώχτηκα verzamelen 1
G-grp μουλώνω
- μουλώξω μούλωξα - - hurken 1
αιν σωπαίνω
- σωπάσω σώπασα - - zwijgen 7
αιν ανασταίνω
ανασταίνομαι αναστήσω ανάστησα αναστηθώ αναστήθηκα doen herrijzen 15
αιν βυζαίνω
βυζαίνομαι βυζάξω βύζαξα βυζαχτώ βυζάχτηκα zuigen 1
αιν ζεσταίνω
ζεσταίνομαι ζεστάνω ζέστανα ζεσταθώ ζεστάθηκα verwarmen 60
αιν απολυμαίνω
απολυμαίνομαι απολυμάνω απολύμανα απολυμανθώ απολυμάνθηκα desinfecteren 33
αιν ξαίνω
ξαίνομαι ξάνω έξανα ξαστώ ξάστηκα tegenkammen 1
αιν αρταίνω
αρταίνομαι αρτύσω άρτυσα αρτυθώ αρτύθηκα kruiden 1
αιν βαραίνω
- βαρύνω βάρυνα - - zwaarder worden 34
αιν προλαβαίνω
- προλάβω πρόλαβα - - voorkómen 4
αιν μαθαίνω
- μάθω έμαθα - - leren 15
αιν αποτυχαίνω
- αποτύχω απότυχα
απέτυχα
- - falen 6
αιν μπαίνω
- μπω μπήκα - - binnengaan 1
αιν βγαίνω
- βγω βγήκα - - naar buiten gaan 5
αιν επεμβαίνω
- επέμβω επέμβηκα - - ingrijpen 12
αιν ανεβαίνω
- ανέβω
ανεβώ
ανέβηκα - - beklimmen 5
αιν πηγαίνω
- πάω πήγα - - gaan 5
αιν - φαίνομαι
- - φανώ φάνηκα blijken 9

*) συνδράμω komt alleen voor als variant van συντρέχω in de coniunctivus 2 en aoristos actief.
Nb1. De samenstellingen van de werkwoorden op -βάζω en -βάλλω hebben beide de 2e stam op -βάλ.
Nb2. De werkwoorden καταλαμβάνω en καταλαβαίνω hebben beide de 2e stam op -λάβ. De aoristos is echter κατέλαβα resp. κατάλαβα.
Nb3. βάνω is een variant van βάζω.

 
© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
  
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie