$paginatitel \n"; $_SESSION['paginatitel']=$paginatitel; ?>
 
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Bijvoeglijk naamwoord
direct naar: Grammatica    Morfologie    Syntaxis
lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw werkw voorz voegw part woordvorming
op -ος op -ης op -ας op -υς, -ους op -ων, ην op -εις, ας diversen trappen van vergelijking
Grammatica//MorfBijv2os


Bijvoeglijke naamwoorden op -ος


De verschillen tussen de categorieën bijvoeglijke naamwoorden op -ος zijn:
1. de uitgang van de mannelijke vocatief : -ο of -ε (καλό - φτωχέ)
2. de uitgangen van de vrouwelijke vorm: -η, -α, -ια of -ος (καλή - πλούσια - γλυκιά - έμπλεος)
3. of er een alternatieve uitgang voor de vrouwelijke vorm mogelijk is (φτωχία, φτωχή)
4. of het bijvoeglijke naamwoord het accent op de laatste, voorlaatste of twee na laatste lettergreep heeft (καλός, άσπρος, όμορφος)
5. of er, afgezien van de accentverschuiving die het gevolg is van de accentregel, nog een verdere verschuiving van het accent plaats heeft (διάδικος - διάδικου, διαδίκου).
De diverse combinaties van deze mogelijkheden maken dat er totaal 19 verschillende categorieën onderscheiden worden.
De volgende drie overzichten geven daarvan een volledig overzicht.

      E01 E01 E02 E02 E03 E04 E05 E06 E20
m ev nom. καλός φτωχός γλυκός άσπρος ωραίος όμορφος πλούσιος ζημιογόνος
    gen. καλού φτωχού γλυκού άσπρου ωραίου όμορφου πλούσιου ζημιογόνου
    acc. καλό φτωχό γλυκό άσπρο ωραίο όμορφο πλούσιο ζημιογόνο
    voc. καλό φτωχέ γλυκό άσπρο ωραίε όμορφο πλούσιε ζημιογόνε
  mv nom. καλοί φτωχοί γλυκοί άσπροι ωραίοι όμορφοι πλούσια ζημιογόνοι
    gen. καλών φτωχών γλυκών άσπρων ωραίων όμορων πλούσιας ζημιογόνων
    acc. καλούς φτωχούς γλυκούς άσπρους ωραίους όμορφους πλούσια ζημιογόνους
    voc. καλοί φτωχοί γλυκοί άσπροι ωραίοι όμορφους πλούσια ζημιογόνοι
v ev nom. καλή φτωχιά
φτωχή
γλυκιά άσπρη ωραία όμορφη πλούσια ζημιογόνος
ζημιογόνα
    gen. καλής φτωχιάς
φτωχής
γλυκιάς άσπρης ωραίας όμορφης πλούσιας ζημιογόνο
ζημιογόνα
    acc. καλή φτωχιά
φτωχή
γλυκιά άσπρη ωραία όμορφη πλούσια ζημιογόνο
ζημιογόνα
    voc. καλή φτωχιά
φτωχή
γλυκιά άσπρη ωραία όμορφη πλούσια ζημιογόνε
ζημιογόνα
  mv nom. καλές φτωχές γλυκιές άσπρες ωραίες όμορφες πλούσιες ζημιογόνοι
ζημιογόνες
    gen. καλών φτωχών γλυκιών άσπρων ωραίων όμορφων πλούσιων ζημιογόνων
    acc. καλές φτωχές γλυκιές άσπρες ωραίες όμορφες πλούσιες ζημιογόνους
ζημιογόνες
    voc. καλές φτωχές γλυκιές άσπρες ωραίες όμορφες πλούσιες ζημιογόνοι
ζημιογόνες
o ev nom. καλό φτωχό γλυκό άσπρο ωραίο όμορφο πλούσιο ζημιογόνο
    gen. καλού φτωχού γλυκού άσπρου ωραίου όμορφου πλούσιου ζημιογόνου
    acc. καλό φτωχό γλυκό άσπρο ωραίο όμορφο πλούσιο ζημιογόνο
    voc. καλό φτωχό γλυκό άσπρο ωραίο όμορφο πλούσιο ζημιογόνο
  mv nom. καλά φτωχά γλυκά άσπρα ωραία όμορφα πλούσια ζημιογόνα
    gen. καλών φτωχών γλυκών άσπρων ωραίων όμορφων πλούσιων ζημιογόνων
    acc. κάλά φτωχά γλυκά άσπρα ωραία όμορφα πλούσια ζημιογόνα
    voc. κάλά φτωχά γλυκά άσπρα ωραία όμορφα πλούσια ζημιογόνα
    mooi arm zoet wit mooi mooi rijk verliesgevend
')     1539 11 6 437 129 1185 137 20


Slecht een beperkt aantal bijvoeglijke naamwoorden op -ος wijkt hiervan af, hetzij omdat ze alternatieve vormen toestaan, hetzij omdat zij alternatieve vormen hebben:

 

      E01o E03 E04 E05 E06   E04 E06 E06o  
m ev nom. νεαρός σκούρος δίκαιος στέρεος
στερεός
- έγκυος έμπλεος
    gen. νεαρού σκούρου δίκαιου στέρεου
στερεού
- έγκυου εμπλέου
    acc. νεαρό σκούρο δίκαιο στέρεο
στερεό
- έγκυο έμπλεο
    voc. νεαρέ σκούρε δίκαιε στέρεε
στερεέ
- έγκυο έμπλεε
  mv nom. νεαροί σκούροι δίκαιοι στέρεοι
στερεοί
μύριοι έγκυοι έμπλοιο
    gen. νεαρών σκούρων δίκαιων στέρεων
στερεών
μύριων
μυρίων
έγκυων εμπλέων
    acc. νεαρούς σκούρους δίκαιους στέρεους
στερεούς
μύριούς
μυρίους
έγκυους εμπλέους
    voc. νεαροί σκούροι δίκαιοι στέρεοι
στερεοί
μύριοι έγκυοι έμπλεοι
v ev nom. νεαρά
νεαρή
σκούρα
σκούρη
δίκαια
δίκαιη
στέρεα στέρεη
στερεά στερέη
- έγκυος
έγκυα
έμπλεος
    gen. νεαράς
νεαρής
σκούρας
σκούρης
δίκαιας
δίκαιης
στέρεας στέρεη
στερεά στερεή
- έγκυου
έγκυας
εμπλέου
    acc. νεαρά
νεαρή
σκούρα
σκούρη
δίκαια
δίκαιη
στέρεα στέρεη
στερεά στερεή
- έγκυο
έγκυα
έμπλεο
    voc. νεαρά
νεαρή
σκούρα
σκούρη
δίκαια
δίκαιη
στέρεα στέρεη
στερεά στερεή
- έγκυε
έγκυα
έμπλεε
  mv nom. νεαρές σκούρες δίκαιες στέρεες
στερεές
μύριες έγκυοι
έγκυες
έμπλεοι
    gen. νεαρών σκούρων δίκαιων στέρεων
στερεών
μύριων έγκυων
εγκύων
εμπλέων
acc. νεαρές σκούρες δίκαιες στέρεες
στερεές
μύριες έγκυους
έγκυες
εμπλέους
    voc. νεαρές σκούρες δίκαιες στέρεες
στερεές
μύριες έγκυοι
έγκυες
έμπλεοι
o ev nom. νεαρό σκούρο δίκαιο στέρεο
στερεό
- έγκυο έμπλεο
    gen. νεαρού σκούρου δίκαιου στέρεου
στερεού
- έγκυου εμπλέου
    acc. νεαρό σκούρο δίκαιο στέρεο
στερεό
- έγκυο έμπλεο
    voc. νεαρό σκούρο δίκαιο στέρεο
στερεό
- έγκυο έμπλεο
  mv nom. νεαρά σκούρα δίκαια στέρεα
στερεά
μύρια έγκυα έμπλεα
    gen. νεαρών σκούρων δίκαιων στέρεων
στερεών
μύριων
μυρίων
έγκυων εμπλέων
    acc. νεαρά σκούρα δίκαια στέρεα
στερεά
μύρια έγκυα έμπλεα
    voc. νεαρά σκούρα δίκαια στέρεα
στερεά
μύρια έγκυα έμπλεα
    jong donker rechtvaardig stevig talloos zwanger vol
')     2 2 1 1 1 1 1



      E13 E15 E16 E17
m ev nom. φθοροποιός ευκλείδιος ανενεργός διάδικος
    gen. φθοροποιού ευκλείδιου
ευκλειδίου
ανενεργού διάδικου
διαδίκου
    acc. φθοροποιό ευκλείδιο ανενεργό διάδικο
    voc. φθοροποιό ευκλείδιο ανενεργό διάδικε
  mv nom. φθοροποιοί ευκλείδιοι ανενεργοί διάδικοι
    gen. φθοροποιών ευκλείδιων
ευκλειδίων
ανενεργών διάδικων
διαδίκων
    acc. φθοροποιούς ευκλείδιους
ευκλειδίους
ανενεργούς διάδικους
διαδίκους
    voc. φθοροποιοί ευκλείδιοι ανενεργοί διάδικοι
v ev nom. φθοροποιός
φθοροποιά
ευκλείδιος
ευκλείδια
ανενεργός
ανενεργή
διάδικος
διαδική
    gen. φθοροποιού
φθοροποιάς
ευκλιδείου
ευκλείδιας
ανενεργού
ανενεργής
διαδίκου
διάδικης
    acc. φθοροποιό
φθοροποιά
ευκλείδιο
ευκλείδια
ανενεργό
ανενεργή
διάδικο
διαδική
    voc. φθοροποιέ
φθοροποιά
ευκλείδιε
ευκλείδια
ανενεργέ
ανενεργή
διάδικε
διάδικη
  mv nom. φθοροποιοί
φθοροποιές
ευκλείδιοι
ευκλείδιες
ανενεργοί
ανενεργές
διάδικοε
διάδικες
    gen. φθοροποιών ευκλείδιων
ευκλειδίων
ανενεργών διδίκων
    acc. φθοροποιούς
φθοροποιές
ευκλειδείους
ευκλείδιες
ανενεργούς
ανενεργές
διαδίκους
διάδικες
    voc. φθοροποιοί
φθοροποιές
ευκλείδιοι
ευκλείδιες
ανενεργοί
ανενεργές
διάδικοι
διάδικες
o ev nom. φθοροποιό ευκλείδιο ανενεργό διάδικο
    gen. φθοροποιού ευκλείδιου
ευκλειδίου
ανενεργού διάδικου
διαδίκου
    acc. φθοροποιό ευκλείδιο ανενεργό διάδικο
    voc. φθοροποιό ευκλείδιο ανενεργό διάδικο
  mv nom. φθοροποιά ευκλείδια ανενεργά διάδικα
    gen. φθοροποιών ευκλείδιων
ευκλειδίων
ανενεργών διάδικων
διαδίκων
    acc. φθοροποιά ευκλείδια ανενεργά διάδικα
    voc. φθοροποιά ευκλείδια ανενεργά διάδικα
    schadelijk euclidisch inactief proces-
')     1 2 3 4

 

 

Zoals καλός (-ος, -η, -ο) gaan onder meer:

αραιός ijl, dun           

 

Zoals άσπρος (-ος, -η, -ο) gaan onder meer:

σβέλτος snel           

 

Zoals όμορφος (-ος, -η, -ο) gaan onder meer:

μάταιος zinloos  βέβαιος zeker   υπάκουος gehoorzaam
αέναος eeuwig stromend  ολιγόζωος kortlevend    
πολύβουος rumoerig            

 

Zoals γλυκός (-ος, -ια, -ο) gaan onder meer:

παλιός oud           

 

Zoals ωραίος (-ος, -α, -ο) gaan onder meer:

γαλάζιος blauw  γελοίος belachelijk   παλιός oud
ωραίος mooi  νέος nieuw   πράος mild
αθώος onschuldig  σώος heelhuids   γκρίζος grijs
μοντέρνος modern  σβέλτος vlug    

 

Zoals φτωχός (-ος, -α/-η, -ο) gaan onder meer:

δικός eigen  ξάνθος blond   κακός slecht
φρέσκος vers           

 

Zoals καλός, άσπρος, όμορφος (-ος, -η, -ο) worden in principe alle bijvoeglijke naamwoorden verbogen
- waarvan de stam op een medeklinker eindigt (bijvoorbeeld. καλ-ός), dan wel
- op een onbeklemtoonde [e]-, [a]- ,[i] of [o]-klank, zoals βέβαιος (zeker)
- de tegenwoordige deelwoorden passief op -όμενος, -ώμενος, -ούμενος en  -άμενος,
- de voltooide deelwoorden op -μένος,
-
de comparatieven (vergrotende trap) op -τερος, en
- de elatieven (absolute superlatief) op -τατος en -ιστος.

Zoals πλούσιος (-ος, -α, -ο) gaan de bijvoeglijke naamwoorden op -ος waarvan
- de stam op een [i]-klank eindigt  zoals γαλάζιος (blauw), γελοίος (belachelijk), παλιός (oud), danwel
- de stam op een beklemtoonde [e]-, [a]- of [o]-klank eindigt zoals ωραίος (mooi), νέος (nieuw), πράος (mild), αθώος (onschuldig), σώος (heelhuids) , alsmede
- enkele bijvoeglijke naamwoorden van Italiaanse herkomst waarvan de stam op een medeklinker eindigt, zoals γκρίζος (grijs), μοντέρνος (modern), σκούρος (donker), en
- alle bijvoeglijke naamwoorden die eindigen op -ούχος, - φόρος, -φθόρος of -ούργος

Zoals γλυκός (-ος, -ια, -ο) gaan alleen
- γλύκος en φρέσκος
- een groep bijvoeglijke naamwoorden die nu eens volgens καλός dan weer volgens γλυκός verbogen worden, zoals δικός (μου) (eigen), ξάνθος (blond), κακός (slecht), φτωχός (arm). 1)

 


Nb1. In sommige vaste uitdrukkingen van geleerde origine wordt in plaats van de vrouwelijke vorm op -η de mannelijke vorm van het bijvoeglijk naamwoord op -ος gebruikt:

η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδας de Grieks-Orthodoxe kerk
η Βόρειος Ήπειρος Noord-Epirus
η ειδοποιός διαφορά het kenmerkende verschil

Nb2. Het woord έγκυος (zwanger) heeft in het enkelvoud vreemd genoeg geen aparte vrouwelijke vorm, maar in het meervoud wel:

η αδερφή μου είναι έγκυος. mijn zus is zwanger.
οι αδερφές μου είναι έγκυες. mijn zussen zijn zwanger.

Nb3. Andere 'geleerde' vormen die men kan aantreffen zijn:

η δευτέρα τάξη de tweede klas
η Μικρά Ασία Klein-Azie
η Στερεά Ελλάδα Roumeli (Centraal Griekenland)

Nb4. Bij de bijvoeglijke naamwoorden δυνατός, αδύνατος en πιθανός wordt een slot-ν geplaatst als zij gebruikt worden als naamwoordelijk deel van het gezegde in een onpersoonlijke zin:

είναι δυνατόν. het is mogelijk.
είναι αδύνατον. het is onmogelijk.
είναι πιθανόν. het is waarschijnlijk.
  • Nb5. σβέλτος (-ος, -η, -ο) gaat volgens Lauxtermann als ωραίος (-ος, -α, -ο).
  • Nb6. Diverse bijvoeglijke naamwoorden op -ος functioneren ook als zelfstandig naamwoord. In een aantal gevallen voor het vrouwelijke zelfstandige naamwoord, in dat geval toch de mannelijke vorm gebruikt.

    1) Dikwijls is de keuze tussen of -ιά voor woorden als κακός een kwestie van stijlregister (-ιά is wat volkser dan ), maar er kan ook sprake zijn van een licht betekenisverschil:
    - κακή ποιότητα (slechte kwaliteit), μια κακιά γυναίκα (een slechte vrouw): 'kwalitatief niet goed' versus 'moreel verwerpelijk'
    - μια φτωχή γειτονιά (een arme buurt), μια φτωχιά κοπέλα (een arm meisje): 'niet rijk' versus 'zielig'
    - μια ξανθιά Ολλανδέζα (een blonde Nederlandse), μια ξανθή μπίρα (blond bier, pils): 'blondharig' versus 'goudkleurig'
    - η δική μου ιδέα (mijn eigen idee), η δικιά μου (mijn meisje).

Κακός en ξανθός hebben voor de nominativus en accusativus meervoud vrouwelijk een variant op -ιές, die vooral gebruikt wordt wanneer het bijvoeglijk naamwoord als zelfstandig naamwoord gebruikt wordt. Bijvoorbeeld: υπάρχουν οι μελαχρινές και ξανθιές (er zijn brunettes en blondines).

') Aantallen zijn gebaseerd op ruim 3800 bijvoeglijke naamwoorden in woordenlijstnieuwgrieks . De categorie-indeling is gebaseerd op van het Prisma woordenboek Nieuwgrieks.

 

 


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 
  
 

Semantiek
Betekenisleer

l

Syntaxis
Zinsleer

l

Morfologie
Woordleer

l

Alfabet

l

Fonologie

     

*

*

*

*

   

+

+

De bovenstaande zwarte sterren geven van elke pagina het niveau aan.

1 ster: beginnersniveau
2 sterren: gevorderden-niveau
3 sterren: studieniveau

1 plus: beschouwing
2 plussen: overzicht