Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Pleno

Onregelmatige werkwoorden, πλένω - wassen


 

ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
πλένω έπλενα έπλυνα   πλένομαι πλενόμουν πλύθηκα
πλένεις έπλενες έπλυνες   πλένεσαι πλενόσουν πλύθηκες
πλένει έπλενε έπλυνε   πλένεται πλενόταν πλύθηκε
πλένουμε πλέναμε πλύναμε   πλενόματε πλενόμαστε πλυθήκαμε
πλένετε πλένατε πλύνατε   πλένεστε πλενόσαστε πλυθήκατε
πλένουν έπλεναν έπλυναν   πλένονται πλένονταν πλύθηκαν
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
πλύνει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd
έχω πλύνει
 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
πλένοντας
παρακείμενος
έχοντας πλύνει
έχοντας πλυμένο
  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
πλυθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω πλυθεί
είμαι πλυμένος
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
πλυμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
πλένω πλύνω   πλένομαι πλυθώ
πλένεις πλύνεις   πλένεσαι πλυθείς
πλένει πλύνει   πλένεται πλυθεί
πλένουμε πλύνουμε   πλενόματε πλυθούμε
πλένετε πλύνετε   πλένεστε πλυθείτε
πλένουν πλύνουν   πλένονται πλυθούν
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
πλένε πλύνε      
πλένετε πλύνετε      
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd, actief had gewassem είχα πλύνει
volt.verleden tijd, passief had me gewassen είχα πλυθεί
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam: zal θα + υποτακτική, 1e stam
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam: zal θα + υποτακτική, 2e stam
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα + παρατατικός
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal gewassenhebben θα έχω πλύνει
volt.tegenw.toek.tijd: zal me gewassen hebben θα έχω πλυθεί
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou gewassen hebben θα είχα πλύνει
volt.verleden toek.tijd: zou me gewassen hebben θα είχα πλυθεί

 


Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 

 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie

     

*

*

*

*

   

+

+

De bovenstaande zwarte sterren geven van elke pagina het niveau aan.

1 ster: cursusniveau
2 sterren: schoolniveau
3 sterren: studieniveau
4 sterren: gevorderd studieniveau

1 plus: beschouwing
2 plussen: overzicht