Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Kathomai

Onregelmatige werkwoorden, κάθομαι - zitten


κάθομαι heeft geen actieve vormen.

ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
        κάθομαι καθόμουν έκατσα/κάθισα
        κάθεσαι καθόσουν έκατσες/κάθισες
- - -   κάθεται καθόταν έκατσε/κάθισε
        καθόμαστε καθόμαστε κάτσαμε/καθίσαμε
        κάθεστε καθόσαστε κάτσατε/καθίσατε
        κάθονται κάθονταν έκατσαν/καθίσαν
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
 -
παρακείμενος
volt.tegenw tijd
-
 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
-
  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
κάτσει/καθίσει
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω κάτσει/καθίσει
είμαι καθισμένος
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
καθισμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
      κάθομαι κάτσω/καθίσω
      κάθεσαι κάτσεις/καθίσεις
- -   κάθεται κάτσει/καθίσει
      καθόμαστε κάτσουμε/καθίσουμε
      κάθεστε κάτσετε/καθίσετε
      κάθονται κάτσουν/καθίσουν
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
- -   - κάτσε/κάθισε
- -   κάθεστε κάτσετε/καθίστε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd was gezeten είχα κάτσει/καθίσει
ήμουν καθισμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam: zal θα + υποτακτική, 1e stam
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam: zal θα + υποτακτική, 2e stam
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα + παρατατικός
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal gezeten zijn θα έχω κάτσει/καθίσει
θα είμαι καθισμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou gezeten zijn θα είχα κάτσει/καθίσει

 


Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 

 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie

     

*

*

*

*

   

+

+

De bovenstaande zwarte sterren geven van elke pagina het niveau aan.

1 ster: cursusniveau
2 sterren: schoolniveau
3 sterren: studieniveau
4 sterren: gevorderd studieniveau

1 plus: beschouwing
2 plussen: overzicht