Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Kano

Onregelmatige werkwoorden, κάνω - doen


κάνω heeft geen passieve vormen.

ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
κάνω έκανα έκανα/έκαμα        
κάνεις έκανες έκανες/έκαμες        
κάνει έκανε έκανε/έκαμε   - - -
κάνουμε κάναμε κάναμε/κάμαμε        
κάνετε κάνατε κάνατε/κάματε        
κάνουν έκαναν έκαναν/έκαμαν        
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
κάνει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd
έχω κάνει
 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
κάνοντας
παρακείμενος
έχοντας κάνει/κάμει
έχοντας καμωμένο
  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
-
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
-
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
-
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
κάνω κάνω/κάμω      
κάνεις κάνεις/κάμεις      
κάνει κάνει/κάμει   - -
κάνουμε κάνουμε/κάμουμε      
κάνετε κάνετε/κάμετε      
κάνουν κάνουν/κάμουν      
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
κάνε κάνε/κάμε      
κάνετε κάντε/κάμετε      
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd, actief had gedaan είχα κάνει/κάμει
είχα καμωμένο
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam: zal θα + υποτακτική, 1e stam
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam: zal θα + υποτακτική, 2e stam
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα + παρατατικός
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal gedaan hebben θα έχω κάνει/κάμει
θα έχω καμωμένο
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou gedaan hebben θα είχα κάνει/κάμει
θα είχα καμωμένο

 


Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 

 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie

     

*

*

*

*

   

+

+

De bovenstaande zwarte sterren geven van elke pagina het niveau aan.

1 ster: cursusniveau
2 sterren: schoolniveau
3 sterren: studieniveau
4 sterren: gevorderd studieniveau

1 plus: beschouwing
2 plussen: overzicht